Η αγορά μιας φωτογραφικής μηχανής με εναλλασσόμενους φακούς είναι τελείως διαφορετική και μοναδική υπόθεση σε σχέση εκείνη οποιασδήποτε άλλης. Ο πειρασμός από διάφορα τεχνικά χαρακτηριστικά, κυρίως από τα προφανή, είναι μεγάλος. Στην πραγματικότητα όμως λίγα έχουν αλλάξει στην ψηφιακή εποχή. Ό,τι ήταν σημαντικό στην εποχή του φιλμ, είναι και τώρα, με μερικά επιπλέον σημεία για προσοχή στην ψηφιακή εποχή. Ώρα να σκεφτούμε λίγο διαφορετικά λοιπόν.
Η ανάλυση και ο αισθητήρας
Ο μόνος λόγος να απασχοληθεί στα σοβαρά κάποιος για την ανάλυση μιας τέτοιας φωτογραφικής μηχανής, είναι να ξέρει ότι θέλει να κάνει πολύ μεγάλες εκτυπώσεις. Αλλιώς, σχεδόν οποιαδήποτε μηχανή τραβά σε ανάλυση που ξεπερνά τις δυνατότητες οποιουδήποτε monitor μπορεί να πέσει στα χέρια μας σήμερα.
Αυτό που παίζει ρόλο όμως, είναι το είδος και το μέγεθος του αισθητήρα. Για παράδειγμα, οι αισθητήρες τύπου CMOS τα πάνε καλύτερα σε χαμηλό φωτισμό από τους παλαιότερους CCD. Αλλά, το σημαντικότερο, το μέγεθος του αισθητήρα κάνει τη διαφορά και είναι ο λόγος που πάντα μια τέτοια μηχανή θα είναι καλύτερη από compact και smartphone camera. Όσο πιο μεγάλος σε μέγεθος ο αισθητήρας, τόσο περισσότερο φως συγκεντρώνει, και όσο περισσότερο το φως που μαζεύει, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα. Ένας αισθητήρας “full frame” έχει το μέγεθος ενός καρέ κλασικού φιλμ. Το συνηθέστερο μέγεθος είναι το λεγόμενο APS-C που έχει το μισό μέγεθος, ενώ οι αισθητήρες τύπου Micro Four Thirds είναι λίγο μικρότεροι. Υπάρχουν ακόμη μικρότεροι και ακόμη μεγαλύτεροι, αλλά, συχνά είναι οι εξαιρέσεις. Αν βάλετε όμως δίπλα-δίπλα δυο αισθητήρες με την ίδια ανάλυση και λοιπά τεχνικά χαρακτηριστικά, αλλά διαφορετικό μέγεθος, είναι εγγυημένο ότι ο μεγαλύτερος θα φέρει καλύτερο αποτέλεσμα.

Στους αισθητήρες φωτογραφικών μηχανών, το μέγεθός τους παίζει σημαντικό ρόλο στο αποτέλεσμα.
Οι φακοί και το ζουμ
Όποια μηχανή και να διαλέξει κανείς, σκέτη ή σε πακέτο με φακό, ένα είναι σίγουρο: σε βάθος χρόνου οι φακοί είναι η μεγάλη επένδυση, όχι το “σώμα”. Φακοί και σώμα δημιουργούν ένα σύστημα άλλωστε. Η Nikon έχει το δικό της, ενώ το ίδιο ισχύει για Sony και Canon. Olympus, Fuji και Panasonic έχουν ένα κοινό σύστημα. Σημασία έχει ότι κάθε σύστημα έχει του δικούς του φακούς, και οι φακοί του ενός δεν λειτουργούν στις μηχανές του άλλου (ή όταν λειτουργούν απαιτούν προσαρμογείς και, κατά περίπτωση, λειτουργικές θυσίες).
Η επιλογή φακών λοιπόν, είναι σημαντική υπόθεση και πρέπει να ξεχωρίζουμε τι έχουμε μπροστά μας κάθε φορά. Κάθε φακός έχει μια μέτρηση τύπου f/3.5 - 5.6 και 18mm - 55mm, ενώ αν δεν είναι φακός ζουμ τότε έχει έναν αριθμό σε κάθε πλευρά, αντί για ζεύγη. Με το που βλέπουμε διαστήματα δηλαδή, μιλάμε για φακό ζουμ.
Οι πρώτοι αριθμοί δείχνουν πόσο ανοιχτό μπορεί να είναι το διάφραγμα, άρα πόσο φως μπορεί να περάσει από το φακό προς τον αισθητήρα. Όσο πιο μικρός ο αριθμός, τόσο πιο ανοιχτό το διάφραγμα, τόσο πιο “φωτεινός” ο φακός και επιτρέπει στη μηχανή να τα πηγαίνει καλά σε χαμηλότερο φωτισμό. Σε φακούς ζουμ το διάφραγμα είναι μεταβλητό λόγω της μετακίνησης των οπτικών στοιχείων εντός του φακού. Μπορούμε πάντα να κλείσουμε περισσότερο το διάφραγμα με ρυθμίσεις στη μηχανή, ποτέ όμως να το ανοίξουμε περισσότερο από όσο επιτρέπει ο φακός.
Η κατανόηση των αριθμών πάνω στους φακούς είναι απαραίτητη στις εν λόγω κατηγορίες.
Στο δεύτερο σετ αριθμών βλέπουμε εστιακές αποστάσεις. Όσο πιο μικρός είναι ο αριθμός τόσο πιο ανοιχτό το πλάνο, τόσα περισσότερα μπορούμε να χωρέσουμε στη φωτογραφία. Όσο μεγαλύτερος ο αριθμός τόσο πιο κοντά έρχεται το πλάνο. Όταν μιλάμε για φακό ζουμ, οι μετρήσεις αυτές δείχνουν τα όριά του. Ποτέ όμως δεν λέμε για ζουμ 3x, 4x, 10x κ.ο.κ. Τα “επί” προκύπτουν από τη διαίρεση των εστιακών αποστάσεων: 55/18 ≈ 3x, 200/55 ≈ 3,6x.
Οι αριθμοί “επί” μοιάζουν κοντινοί, αλλά δεν έχουν καμία σχέση αφού είναι πολλαπλάσια άλλου τελείως πράγματος. Για αυτό και κανείς δεν υπολογίζει έτσι το ζουμ σε αυτές τις κατηγορίες. Συν τοις άλλοις, υπάρχουν οι σταθεροί φακοί που δεν κάνουν ζουμ. Γιατί έχουν ενδιαφέρον τέτοιοι φακοί; Γιατί είναι ευκολότερο να είναι πιο “φωτεινοί” με βάση όσα είπαμε παραπάνω και με καλύτερα κρύσταλλα που οδηγούν σε λιγότερες παραμορφώσεις. Υπάρχει λόγος που ακόμη και φωτογράφοι που κάνουν κοντινά σε γήπεδα προτιμούν σταθερό τηλεφακό, χωρίς ζουμ, με το σχετικό κόστος.
DSLR και Mirrorless
Όλα τα παραπάνω ισχύουν τόσο για DSLR όσο και για Mirrorless. Το προς τα πού θα γείρει κανείς είναι θέμα αναγκών και προτεραιοτήτων. Ακόμη και στα τυφλά να διαλέξει κάποιος, θα καταλήξει με καλύτερη ποιότητα σε σχέση με οποιαδήποτε απλούστερη φωτογραφική μηχανή.
Οι DSLR χρησιμοποιούν έναν καθρέπτη μεταξύ φακού και αισθητήρα, μπορούν να εστιάζουν γρηγορότερα κατά μέσο όρο, να λειτουργούν ταχύτερα, αλλά και να αντέχουν περισσότερο έως και να είναι αδιάβροχες (όχι για βουτιές βέβαια). Είναι μεγαλύτερες σε μέγεθος και βαρύτερες από τις Mirrorless, αλλά υπόσχονται μεγαλύτερη αυτονομία, συμβατότητα με πάρα πολλά επαγγελματικά και μη αξεσουάρ κ.λπ. Το μέγεθός τους επιτρέπει το σχεδιασμό τους με τρόπο ώστε να προσφέρουν καλύτερο και πιο σίγουρο κράτημα στο χέρι, κάτι που είναι απαραίτητο λόγω του διαφορετικού τους βάρους. Μια DSLR είναι έτοιμη για δουλειά, ακόμη και δεν είναι βολεύει πάντα σε βόλτες.
Όλη η διαφορά μεταξύ DSLR και mirrorless ξεκινά από την ύπαρξη (ή όχι) καθρέπτη στο εσωτερικό της μηχανής.
Οι Mirrorless είναι μικρότερες και ελαφρύτερες, βασίζονται πάντα σε ψηφιακή οθόνη (κάποια μοντέλα διαθέτουν ψηφιακό εικονοσκόπιο) και έτσι έχουν υψηλότερη κατανάλωση, άρα, σε συνδυασμό με το μικρότερο χώρο για μπαταρία, μικρότερη συνήθως αυτονομία. Κατά περίπτωση μπορούν να προσφέρουν εξαιρετικά γρήγορη εστίαση, τείνουν όμως να είναι πιο αργές, κατά μέσο όρο, από τις DSLR. Μια Mirroless μπορεί να κάνει και δουλειά αν χρειαστεί, το σημαντικό όμως είναι πως μπορεί πιο εύκολα να είναι κομμάτι της καθημερινότητας. Για αυτό και συχνά καταλήγει και ως δεύτερη κάμερα για τους επαγγελματίες που έχουν να κουβαλούν αρκετό βάρος πάνω στη δουλειά, όχι όμως όταν θα κάνουν τη βόλτα τους.
Η ποιότητα και στις δύο περιπτώσεις, DSLR και Mirrorless, είναι σίγουρη. Από εκεί και πέρα, απλά διαλέγουμε αυτό που μας ταιριάζει περισσότερο.